Σκιώδη Παραλειπόμενα

του
Κώστα Βουλαζέρη

Αρχείο | RSS Feed

Αναζήτηση Μυστηριακές ΟντότητεςΠαλιά Ελληνικά Εξώφυλλα

Τυχαία

Μια στιγμή...
7 / 6 / 2024

Τις προάλλες είδα το Furiosa, και η γενική εντύπωσή μου ήταν η εξής: καλό αλλά, κατά βάση, by-product. Από εκείνες τις ταινίες που υπάρχουν επειδή υπάρχει μια άλλη ταινία που έχει κάποιους συγκεκριμένους φαν.

Ωστόσο, ήταν καλό γι’αυτό που ήταν. Μια επιστροφή στον άγριο, έρημο κόσμο του Mad Max χωρίς τον ίδιο τον Mad Max. Δεν είναι πλέον τόσο πολύ η ιστορία ενός ήρωα όσο η εξερεύνηση ενός φανταστικού κόσμου. Αν και η ηρωίδα είναι, ομολογουμένως, αρκετά δυναμική, πάλι είχα κυρίως αυτή την αίσθηση: ότι ο κόσμος, η Έρημη Γη, ήταν ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας.

Η φαντασία του Miller και του Lathouris οργιάζει. Παρουσιάζουν διάφορες τρελές dieselpunk εξωφρενικότητες και ανωμαλίες. Διάφορους τρελούς και παλαβούς τύπους που κυριαρχούν σε εξαθλιωμένες περιοχές ή οδηγούν συμμορίες και στρατούς.

Η ταινία είναι μεγάλη, όπως οι περισσότερες σύγχρονες ταινίες φαντασίας. Αλλά όχι εξαιτίας της πλοκής της και μόνο. Αν και δεν είναι χωρίς πλοκή – έχει αρκετή πλοκή – εκείνο που σου μένει είναι ότι βλέπεις συνέχεια οχήματα να χτυπιούνται και να ανατινάζονται και ανθρώπους να μάχονται επάνω τους ή να πηδάνε από το ένα στο άλλο, ή να κρέμονται και οριακά να γλιτώνουν τη ζωή τους – ή να μην τη γλιτώνουν και να πεθαίνουν με φριχτούς τρόπους. Έχει πάρα πολλές σκηνές δράσης αυτού του τύπου, και πώς θα ήταν ταινία Mad Max αν δεν τις είχε, σωστά; Ναι, αλλά και πάλι έχεις μια αίσθηση ότι απλά παρακολουθείς dieselporn από ένα σημείο και έπειτα: τσόντα με καταστροφές και κυνηγητά.

Ωστόσο, όπως είπα, γι’αυτό που είναι, είναι καλό. Έχει καλοδουλεμένους χαρακτήρες, αληθοφανή διάλογο (για τα δεδομένα της άγριας εποχής που παρουσιάζει), πλοκή με αρκετό ενδιαφέρον. Και, φυσικά, τρομερές τοποθεσίες, αλλά και ευφάνταστες ιδέες dieselpunk.

Δεν μπορώ να πω ότι δεν έμεινα ικανοποιημένος· όμως, από την άλλη, είχα και μια αίσθηση ότι, εκτός από καταστροφές και σκοτωμούς, δεν είδα και τίποτα περισσότερο. Κατά βάση, μια ιστορία εκδίκησης με πολλές εκρήξεις.

 

 

Επίσης . . .

Γιατί Δεν μας Αρέσει η Παράδοσή μας;


Οι συγγραφείς φανταστικής λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, έχουν αρκετές φορές κατηγορηθεί από διάφορους ότι δεν τους αρέσει η ελληνική παράδοση, ότι δεν τη χρησιμοποιούν μέσα στις ιστορίες τους αλλά χρησιμοποιούν την «ξένη» παράδοση.

Ή, μάλλον, αυτό είναι αρκετά γενικό· δεν ισχύει για όλους τους συγγραφείς φαντασίας στην Ελλάδα. Υπάρχουν και ορισμένοι που, φανατικά μάλιστα, γράφουν ιστορίες με έντονη βάση στην ελληνική παράδοση. Αλλά το κάνουν μόνο ορισμένοι, και καλό είναι αφού τους αρέσει. Όμως δεν το κάνουν όλοι, και όσοι δεν το κάνουν έχουν συχνά μπει στο στόχαστρο. Έχουν ακουστεί διάφορα άσχημα λόγια, ότι δεν είναι «αρκετά ελληνικά» αυτά που γράφουν, ότι «δεν τους αρέσει η Ελλάδα», ότι «είναι ξενόφερτη η θεματολογία τους», και παρόμοια μαργαριτάρια.

Κάποιοι φαίνεται να νομίζουν ότι, αν είσαι Έλληνας, πρέπει συνέχεια να γράφεις για τον Δία και τον Ηρακλή, για την Ελληνική Επανάσταση, ή για την καταστροφή της Σμύρνης· για τη Χούντα, για τον Εμφύλιο, ή για την Αντίσταση. Οτιδήποτε άλλο απαγορεύεται! Αν είσαι Έλληνας. Αν είσαι ξένος, εντάξει, όλα καλά· γράψε ό,τι γουστάρεις, βρε αδελφέ. Αλλά, αν είσαι Έλληνας, πρέπει να έχεις περιορισμένη θεματολογία. Για κάποιο μυστηριώδη λόγο.

Αυτό, βέβαια, πάει κόντρα στη νοοτροπία της φανταστικής λογοτεχνίας που – όπως το βλέπω εγώ, τουλάχιστον – είναι να εξερευνάς συνεχώς καινούργια πράγματα και καινούργιες ιδέες.

Εννοείται πως είναι προκατειλημμένο και κακόηθες να κατηγορεί κανείς τους συγγραφείς φαντασίας ότι αυτά που γράφουν «δεν είναι αρκετά ελληνικά», όμως κανείς δεν φαίνεται να αναρωτιέται γιατί αυτοί οι συγγραφείς δεν χρησιμοποιούν την ελληνική παράδοση στη λογοτεχνία τους.

[Συνέχισε να διαβάζεις]

 

Επιλογές Ιουλίου (21/7)


αμφιλεγόμενα κινούμενα σχέδια, και The New Northland (του Louis Pope Gratacap – 1915), και Jasmine Becket-Griffith & David Van Gough (παραμυθένια, νεκροσουρεαλιστική τέχνη), και ελληνικοί μύθοι σε ταινίες, και The Cube (του Jim Henson – 1969), και η λεηλασία της επιστημονικής φαντασίας (από τους σύγχρονους τεχνολογικούς γίγαντες), και The Cosmic Dope (φιλμ ΕΦ μικρού μήκους), και Δαιμονικά, Χίμαιρες, & το Γκροτέσκο στη Γαλλική Γοτθική Γλυπτική, και το Ατελιέ Heinrichs & Bachmann (εξώφυλλα για βιβλία φαντασίας: ’60–’80), και Clifford D. Simak (μυθιστορήματα ηρωικής φαντασίας), και Bob Peak (τέχνη από την ταινία Excalibur), και Sweets to the Sweet (ο Robert Bloch στην οθόνη), και Richard Powers (ψυχεδελικοσουρεαλιστική τέχνη εξώφυλλων φαντασίας), και: ακόμα περισσότερα στο LinX...

 

Η Πολιτική της Φανταστικής Λογοτεχνίας


Η φανταστική λογοτεχνία είναι γεμάτη μονάρχες, ευγενείς, και αριστοκρατία. Το ίδιο (παραδόξως;) ισχύει και για την επιστημονική φαντασία (ή, μήπως, θα έπρεπε απλά να την πούμε φαντασία στο διάστημα;), όπως στο Dune του Herbert, ή, για ένα ακόμα πιο παλιό παράδειγμα, όπως στο Princess of Mars και τις συνέχειές του, του Burroughs. Σε όλα αυτά τα βιβλία έχουμε βασιλιάδες και βασίλισσες, πρίγκιπες και πριγκίπισσες, και κάθε είδους τρελό ή ηρωικό αριστοκράτη.

Πολλοί έχουν – εύλογα, ίσως – αναρωτηθεί γιατί. Γιατί, βρε παιδιά, τόση αριστοκρατία στη φανταστική λογοτεχνία; Γιατί ένα τέτοιο ξεπερασμένο πολιτικό σύστημα;

Για το Dune, συγκεκριμένα, είχα διαβάσει κάποιον να σχολιάζει ότι η κοινωνία του είναι «οπισθοδρομική». Και ίσως όντως να είναι... Δηλαδή, αναλογιστείτε: αυτοί οι άνθρωποι ταξιδεύουν στο διάστημα, αλλά ακόμα έχουν δούκες και βαρόνους; Δεν έχουν αντιληφτεί την έννοια της δημοκρατίας; Μαλάκες είναι;

Δε νομίζω, όμως, ότι όσοι σκέφτονται έτσι σκέφτονται σωστά ακριβώς. Η φανταστική λογοτεχνία (περιλαμβάνοντας και αυτή που είναι στο διάστημα, ή σε άλλους πλανήτες) δεν υποτίθεται ότι είναι για να σχολιάσει την κοινωνία, ή για να μεταδώσει κοινωνικές ή πολιτικές αξίες. Ανέκαθεν ο σκοπός της φανταστικής λογοτεχνίας ήταν να μας κάνει να βιώσουμε συναρπαστικές περιπέτειες σε μαγευτικούς κόσμους.

Και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό με δημοκρατικό πολίτευμα, ρε άνθρωπε; Γιατί;

[Συνέχισε να διαβάζεις]